Skip to main content

Ο Γιωρικάς, ο Κωστικας και ο Παπας

797
vote

Ο Γιωρίκας φεύγει από τον Πόντο και πάει στην Ιταλία, όπου καταφέρνει να προσληφθεί στο Βατικανό και να γίνει από τούς πιο έμπιστους τού Πάπα.
Μία Παρασκευή ο Ποντίφικας ασθενεί βαριά, οπότε αρχίζει η πιάτσα να βοά ότι είναι θέμα ωρών να πεθάνει. Τα γραφεία στοιχημάτων δραστηριοποιούνται και δίνουν απόδοση 1,05 ότι θα φύγει από τη ζωή το Σάββατο, 1,50 ότι θα αντέξει και θα αποδημήσει εις Κύριον την Κυριακή και 100 απόδοση ότι θα αντέξει μέχρι τη Δευτέρα.
Εν τέλει πεθαίνει τις πρώτες ώρες τού Σαββάτου, αλλά οι καρδινάλιοι αποφασίζουν -για λόγους διασφάλισης μίας σχετικής ηρεμίας τού ποίμνιου- να προβούν σε ανακοίνωση τού θανάτου του τη Δευτέρα.
Το μαθαίνει ο Γιωρίκας και τηλεφωνεί ακαριαία στον Κωστίκα, στο χωριό.
«Κωστίκα…», τού λέει, «πούλα την οικογενειακή μας περιουσία και παίξε όλα τα λεφτά ότι ο Πάπας θα πεθάνει τη Δευτέρα…».
«Μα τι λες;», αντιδράει ο Κωστίκας. «Είσαι σίγουρος;».
«Ναι ρε, σού λέω…», τον προστάζει ο Γιωρίκας. «Πούλα ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, και παίξε όλα τα φράγκα σ’ αυτό που σού είπα…».
Όντως, ο θάνατος τού Πάπα ανακοινώνεται τη Δευτέρα και ο Γιωρίκας σπεύδει τρισευτυχισμένος στο χωριό· όμως ο Κωστίκας δεν είναι πουθενά. Τον ψάχνει από ’δώ, τον ψάχνει από ’κεί, και εν τέλει μαθαίνει πως έχει πάει στην κορυφή τού βουνού και κάθεται μπροστά στον γκρεμό.
Πάει, λοιπόν, και πράγματι τον βρίσκει στην άκρη ενός φαραγγιού, με ύφος περίλυπο, με τα ρούχα σκισμένα και αξύριστο.
- Τι έγινε, ρε μαλάκα; Γιατί είσαι έτσι; Δεν έπαιξες το στοίχημα που σού είπα;
- Το έπαιξα, ρε Γιωρίκα…
- Και τότε γιατί είσαι σαν κλαμένο μουνί;
- Να…, έχασα την Τσέλσι…

Σχετικά ανεκδοτα και αστεια

  • Η Φωνή του θεού!

    Ένας Πόντιος ψαράς πλησιάζει μια προκυμαία και στήνει ομπρελίτσα φτιάχνει το καλάμι του και ακούγεται μια βροντερή φωνή : - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΨΑΡΙΑ ΕΔΩ!!! Δείχνει να φοβάται λίγο, μετά φεύγει και πάει μια πενηνταριά μέτρα παραπέρα. Η ίδια απόκοσμη φωνή : - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΨΑΡΙΑ ΕΔΩ!!! Αυτή τη φορά πετάει τα καλάμια και την ομπρέλα και το βάζει στα πόδια. Καθώς τρέχει τον σταματάει κάποιος και του λέει : - Όπα ρε φίλε! Ηρέμησε! Γιατί παράτησες τα καλάμια σου και την ομπρέλλα σου; Τι έπαθες; - Ακούω τη φωνή του Θεού! Είμαι ψαράς και σαν τους Αποστόλους ο Θεός μου μιλάει! (όλο το ανέκδοτο)

  • Σε κερνάνε

    Μια πολύ ζεστή καλοκαιρινή νύκτα ήτανε τρεις φίλοι και πίνανε τις µπύρες τους σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Η θέα ήταν εξαιρετική, η µπύρα φανταστική,το µπαρ πανέµορφο. "Ωραία είναι ρε παιδιά", λέει ο ένας, "αλλά πάντα προτιµώ τα µπαρ στην πατρίδα. Ξέρω ένα πολύ καλό που όταν σε ξέρει ο µπαρµαν και πάρεις 4 ποτά σε κερνάει το 5ο." "Ναι σιγά τα αυγά" απαντάει ο δεύτερος, "σε ένα µπαράκι, που έχει ένας κολλητός στην γειτονιά µου, σε κερνάνε το 3ο ποτό αν πιεις 2 ποτά" "Ααααυτά δεν είναι τίποτα" λέει και ο Πόντιος της παρέας. (όλο το ανέκδοτο)

  • Ποντιακά ανέκδοτα

    Ένας ταξιδιώτης αποφασίζει να περάσει την νύχτα του στο πρώτο χωριό που θα συναντούσε μπροστά του. Αυτό "έτυχε" να είναι ποντιακό...νοικιάζει ένα δωμάτιο και βγαίνει βολτίτσα στην ταβέρνα. Δεν άργησε η στιγμή που θα ξεκινούσαν τα ανεκδοτα, μόνο που υπήρχε μία διαφορά.....Δεν λέγανε ανέκδοτα μα αριθμούς... Φωνάζει κάποιος -το 1364.....χαχαχαχα,γελάνε οι υπόλοιποι,λέει ο άλλος το 2104,χαχαχαχαχαχα γελάει ο κόσμος... δεν αντέχει και ρωτάει τι παίζεται... (όλο το ανέκδοτο)

  • Πάτερ μου αμάρτησα

    Πάει μια μέρα ένας σε ένα παπά για να εξομολογηθεί. Του λέει λοιπόν : - Πάτερ μου αμάρτησα, τότε στον πόλεμο του 40 έκρυψα έναν άνθρωπο στο υπόγειο μου. - Τέκνο μου αυτό δεν είναι αμαρτία, βοήθησες έναν συνάνθρωπό σου, του λέει ο παπάς. - Ναι όμως πάτερ μου του έπαιρνα και 20 χιλιάδες το μήνα. Το σκέφτεται ο παπάς και του λέει: - Α! παιδί μου αυτό είναι βέβαια αμαρτία, αλλά μπορώ να στο συγχωρήσω. Και τότε ο εξομολογούμενος τον ρωτάει δειλά: - Πάτερ μου, δηλαδή να του πω ότι τελείωσε ο πόλεμος; (όλο το ανέκδοτο)